Θεωρίες κατανόησης του ανθρώπινου νου

Το ζήτημα του ανθρώπινου νου και κυρίως ο τρόπος που μαθαίνει και εξελίσσεται έχει απασχολήσει επιστήμονες και φιλοσόφους εδώ και πολλές δεκαετίες ενώ πολλές απόψεις έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς. Ο Jerome Bruner, ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ψυχολόγους, υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο βασικές οπτικές που επιχειρούν να εξηγήσουν τον τρόπο που λειτουργεί ο νους. 
  • η υπολογιστική οπτική (computational view of mind) και 
  • η πολιτιστική οπτική (cultural view of mind). 
Υπέρ της υπολογιστικής οπτικής του νου συνηγόρησαν οι περισσότερες θεωρίες μάθησης από τον εμπειρισμό μέχρι τον μπιχεβιορισμό. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οπτική ο νους είναι ένας άγραφος πίνακας πάνω στον οποίο εγγράφεται (αποθηκεύεται και οργανώνεται) η γνώση ενώ το άτομο, ανάλογα με τις ανάγκες τους, την ανακαλεί. Η διαδικασία της μάθησης έχει μία μόνο κατεύθυνση από το δάσκαλο προς το μαθητή και από το περιβάλλον προς το νου. 

Η πολιτιστική οπτική ωστόσο θεωρεί ότι τίποτα δεν είναι απαλλαγμένο από το πολιτιστικό περιβάλλον, χωρίς ωστόσο ο νους να είναι ένας απόλυτος καθρέφτης του πολιτισμού. Τα άτομα κατασκευάζουν νοήματα ακολουθώντας τους κανόνες και τις αξίες τους πολιτιστικού πλαισίου, τίποτα ωστόσο δεν είναι μονοσήμαντο. Τα άτομα επίσης δεν σκιαγραφούνται ως παθητικοί δέκτες γνώσης και πληροφορίας και ο πολιτισμός δεν θεωρείται ότι συνιστά ένα απόλυτα σαφές και αμετάβλητο πλαίσιο. Υπό το πρίσμα της πολιτιστικής οπτικής του νου, τόσο ο πολιτισμός όσο και τα άτομα βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή ενώ η μάθηση αποτελεί μια διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ ατόμων και πολιτιστικού πλαισίου. 

Μια παρόμοια διάκριση των θεωριών που έχουν αναπτυχθεί για τον τρόπο που λειτουργεί ο νους σκιαγράφησε και ο Eric Bredo. Πιο συγκεκριμένα υποστήριξε ότι ο νους αντιμετωπίζεται με τους εξής τρόπους:
  • Ως επεξεργαστής συμβόλων (symbol proccessing)
  • Ως τοποθετημένος (situated) μέσα σε ένα πλαίσιο.
Υπό την οπτική του επεξεργαστή συμβόλων, ο νους αντιμετωπίζεται ως ένας δέκτης που αποθηκεύει σύμβολα στη μνήμη. Όταν το άτομο αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα αναζητά στη μνήμη εκείνα τα σύμβολα που θα του επιτρέψουν να αναπαραστήσει το πρόβλημα και στη συνέχεια να το επιλύσει. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των θεωριών κυρίως στο κομμάτι της μάθησης των συμβόλων. Μερικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι ο νους είναι ένας παθητικός δέκτης πληροφοριών ενώ κάποιες άλλες σκιαγραφούν τη μάθηση ως μια διαδικασία οικοδόμησης γνώσης όπου ο μαθητής δημιουργεί το νόημα μέσα από την εμπειρία. Ο Bredo σημειώνει ότι η οπτική του επεξεργαστή συμβόλων αποδέχεται την ύπαρξη των εξής τριών διπόλων: Γλώσσα- Πραγματικότητα (Τα σύμβολα αποτελούν καθρέφτες της πραγματικότητες), Σώμα- νους (Η σκέψη είναι ανεξάρτητη από τις δράσεις του σώματος), Άτομο- κοινωνία (η μάθηση είναι καθαρά ατομική υπόθεση).

Προς το τέλος του 20ου αιώνα, εμφανίστηκαν κάποιες ριζοσπαστικές θεωρίες που επιχειρούσαν να εστιάσουν στον κοινωνικό χαρακτήρα της γνώσης και να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Οι συγκεκριμένες απόψεις συνθέτουν τις αποκαλούμενες "θεωρίες οικοδόμησης της γνώσης". Η μάθηση στις θεωρίες αυτές δε μεταδίδεται, αλλά είναι μια διαδικασία προσωπικής κατασκευής της γνώσης η οποία κατασκευάζεται πάνω σε προγενέστερες γνώσεις (οι οποίες φυσικά τροποποιούνται κατάλληλα ώστε να συζευχθούν με τη νέα γνώση). Σημαντικό ρόλο δηλαδή στις θεωρίες οικοδόμησης της γνώσης παίζει το ίδιο το άτομο. Κυριότεροι εκπρόσωποι των συγκεκριμένων θεωριών είναι ο J. Piaget, o S. Papert, ο R. Gagne, ο A. Newell, ο H. Simon, ο Boyle, ο J. Bruner, ο A. Bandura, ο L. S. Vygotsky, o J. Dewey. 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες ξεπήδησαν μερικές ακόμη πιο ριζοσπαστικές απόψεις για τη μάθηση, όπως για παράδειγμα η θεωρία της δράσης (action theory) του Lev Vygotsky. Σύμφωνα με τη θεωρία της δράσης το νόημα δημιουργείται μέσα από τη συμμετοχή του ατόμου στην κοινωνική δράση. Η οπτική αυτή θεωρεί ότι η ιδέα δεν είναι προϊόν ενός ατομικού νου αλλά αντίθετα διαχέεται. Η γνώση δεν είναι μια διαδικασία μεταφοράς πληροφοριών από τον γνώστη προς το μαθητευόμενο αλλά μια συμμετοχή σε πολιτιστικά αυθεντικές δραστηριότητες. Το δίπολο πρόβλημα- λύση δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά ομαδική. Άλλωστε τα προβλήματα δεν υπάρχουν σε κάποιο επίπεδο αλλά προκύπτουν βιωματικά μέσα από τη δράση. Εισάγεται επίσης η έννοια του διλήμματος ως μια κατάσταση που αναδύεται καθώς προχωρά η δράση ενώ ο λύτης εμπλέκεται συναισθηματικά στην επίλυσή του. Επιπλέον, το δίλημμα δεν επιδέχεται μονοσήμαντη απάντηση ούτε ολότελα ικανοποιητική λύση (Lave, 1988 αναφέρεται στο McCormick & Murphy, σελ.6). 

Υπό την οπτική λοιπόν του νου ως επεξεργαστή συμβόλων η μάθηση αντιμετωπίζεται ως μια διαδοχή των εξής σταδίων α) Το άτομο σχεδιάζει τις πράξεις του, β) Ελέγχει τα αποτελέσματα των στρατηγικών του, γ) αξιολογεί και αναθεωρεί τις στρατηγικές του. Αντίθετα υπό την οπτική του τοποθετημένου νου, η μάθηση και ο σχεδιασμός αποτελούν δυναμικές διαδικασίες, οι οποίες προηγούνται τις δράσης αλλά είναι ταυτόχρονα και το αποτέλεσμά της. Με άλλα λόγια η γνώση και η δράση, ο νους και το περιβάλλον βρίσκονται σε συνεχή συνδιαλλαγή και το ένα κινητοποιεί το άλλο. Η δράση ωστόσο δεν είναι μια απλή κοινωνική επαφή καθώς τοποθετείται τόσο στο κοινωνικό όσο και στο φυσικό επίπεδο. 

Συνεπώς η γνώση δεν βρίσκεται στο μυαλό του ατόμου αλλά στη δράση. Επίσης οι δεξιότητες και οι γνώσεις δε θεωρούνται ούτε έμφυτες ούτε επιτεύγματα ενός και μόνο ατόμου αλλά μια κοινή κατάκτηση. Τέλος το αντικείμενο και το πρόβλημα της μάθησης δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι στατικό που επιδέχεται μοναδικές απαντήσεις αλλά μια δυναμική, συνεχώς εξελισσόμενη κατάσταση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου